Αμπελουργία - Τρύγος
Τ’ αμπέλια τα φυτεύαμε κατά το Μάρτη με Απρίλη. Τα φυτεύαμε µε κεφαλάρια» …
Όντας κλαδεύαµε τα κλήματα, κρατάγαμε κάμποσους καλούς βλαστούς, τους δέναµε μικρά δεμάτια και τους παραχώναμε ολόκληρους στο χώμα, να µην φαίνονται και τους τρώνε τα πουλιά. Αυτοί οι βλαστοί είναι τα κεφαλάρια. Κατά τον Μάρτη με Απρίλη οργώναμε βαθιά τα χωράφια, ανοίγαμε µμακρόστενους λάκκους, τους µαγγανόλακκους όπως λέμε, έτσι όπου να είναι σε κανονισμένες σειρές και απόστασεις, ανάλογα µε το µμέρος. Μετά, ξεθάβαμε τα κεφαλάρια, και βάζαμε από ένα µέσα σε κάθε λάκκο και το παραχώναµε. Αφήνουμε έξω από το χώμα δυο τρεις κόµπους για να βλαστήσουνε. Συνάμα τα ποτίζαμε, για να κολλήσουνε στην αρχή τα χώματα. Μετά τα ποτίζαμε για να βλαστήσουνε µόνο.
Τον Απρίλη, τα σκάβαμε, και τον Μάη µε Ιούνη τα βλαστολογάμε, δηλαδή βγάζαμε τους άχρηστούς βλαστούς. Μετά τα ψεκάζαμε, τα θειαφίζαμε και τα κορφολογάµε, δηλαδή βγάζαμε τις καρδιές, όπου έχουνε απολύσει ανάμεσα τους βλαστούς, και αφήναμε μια από πάνω. Κατά τον Ιούνη µε Ιούλη τα δευτερίζουµε, δηλαδή τα ξανασκάβαµε, όχι όμως πολύ βαθιά και μετά, όντας έρθει ο καιρός, τα τρυγάγαµε. Τα αμπέλια τα βλάπτει ο περονόσπορος, η σιναπίδα και η φυλλοξέρα.
Είδη, έχουμε τα αρητινά, όπου είναι μαύρα, σφιχτά και µε μέτριες ρόγες, πολύ δασιές, η µία κολλημένη επάνω στην άλλη, Οι ροΐδίτες όπου έχουνε χρώμα ροζ και όχι μεγάλες ρόγες. Το ραζακί, όπου είναι άσπρο και έχει μεγάλες ρόγες, Άλλο είδος σταφυλιού είναι οι ασπρούδες, τα κολοκυθάτα, οι συκιώτες, η φράουλα, η σταφίδα.
«Τότε ο κόσμος είχε πάρα πολλά αμπέλια,» θα πει η Μαρία Βρέκουλου. «Τον Μάρτη θα φτιάχναμε στρέμμα να φυτέψουμε τ’ αμπέλια, και µετά την πρώτη χρονιά, θα τα προσέχαμε πολύ για να µην γκαβώσουμε τα κλήματα και ύστερα, την δεύτερη και την τρίτη χρονιά, τα κλήματα θα έδιναν τον καρπό τους. Όταν τα φυτεύαμε, βοήθαγαν όλοι, οι συγγενείς και οι Φίλοι. Μετά τα καθαρίζαμε κάθε 16 µε 20 μέρες, τα θειαφίζαμε 3 φορές από τον Απρίλη μέχρι τον Θεριστή και τα ψεκάζαμε µε γαλαζόπετρα. Ο τρύγος γένονταν από τις 20 Σεπτεμβρίου και πέρα. Όσοι είχαν πολλά σταφύλια, πήγαιναν τα καζάνια εκεί και τα πατούσαν εκεί, και το κρασί το κουβαλούσαν µε τα τουλούμια. Οι πιο μεγάλοι παραγωγοί, είχαν 6000-8000 χιλιάδες οκάδες κρασί. Τα σταφύλια ήταν αρετινά μαύρα, ροΐδίτες και είχε και άλλα γία το τραπέζι, τραγανά, ροζακιά κι’ άλλα. Επίσης, όταν τα πατούσαµε, θα είχαμε και το µουστόμετρο για να κοιτάζαµε τον βαθµό. Δηλαδή για να γίνει καλό κρασί, έπρεπε να είναι 12 βαθμούς. Αν ήταν 18, θα βάζαμε λίγο νερό μέσα, Τα μετρούσαμε και µε το αυγό, αν δεν είχαμε μουστόμετρο, Αν το αυγό εξείχε όσο μια δεκάρα, τότε ήταν 12 βαθμοί.
Πλέναμε τα βαρέλια, τα ετοιμάζαμε μπροστά και βάζαμε να βράσουν µέσα0 σκίνοι και θυμάρι για να μοσχοβολάνε. Τα πλέναμε µε θερμό νερό που το φτιάχναμε στα καζάνια µε τα ξύλα από κάτω αναμμένα και, μετά, θα τα περνάμε με τις κοφίνες και µε χαρά θα τα πηγαίναμε στον τρύγο.
Δευτέρα ή Τετάρτη θα κόβαμε τα πρώτα σταφύλια, Εκείνη τη μέρα θα μαγειρεύαµε κρέας ή μπακαλιάρο στο φούρνο και το βράδυ θα γλεντούσαμε πατώντας τα πρώτα τα σταφύλια στου πατητήρι. Τα πατούσαν οι αντρές µε τα ποδάρια τους που τα έπλεναν πολύ καλά. Δεν είχε ραδιόφωνα τότε και λέγαμε τραγούδια μοναχοί µας! Τα ραδιόφωνα ήρθαν στο χωριό μετά απ’ τον πόλεμο.
Το κρασί το έβαζαν στα βαρέλια κι’ έβραζε, για να γίνει το ζαχαρί οινόπνευμα. Το κρασί το κάναμε µε προσοχή και πατούσαμε τα τσίπουρα κάθε βράδυ µε τσιπροπάτι για 16 μέρες. Το τσιπροπάτι είναι ένα ξύλο για να ανακατευτούνε το κρασί. Όταν σταματούσε η βράση, ύστερα από 16 μέρες, χρίζαμε από πάνω τα βαρέλια για να μη παίρνουνε αέρα κι τραβούσαμε από κάτω µε κάνουλα τα κρασιά, και τα βάζαμε σε νταμιτζάνες ἡ βαρέλες. Πάντα τα κρασιά τα βάζαμε σε δροσερό μέρος. Τα τσίπουρα όπου έμεναν στο βαρέλι, τα παίρναμε κατά τον Μάρτιο και τα βράζαμε στο καζάνι που ήταν χρισμένο µε ειδικό καπάκι χαλκουματένιο κι είχε και ένα μασούρι (σωλήνα) όπου έβγαινε στην άκρη και περνούσε από μια λεκάνη µε νερό κρύο από το ρέμα, και ο αχνός κρύωνε και έσταζε μέσα στον τέντζερη το τσίπουρο. Από αυτό ρίχναμε λιγάκι στη φωτιά.
Άμα λαμπάδιαζε ήταν τσίπουρο, γιατί είχε οινόπνευμά μέσα. Κάτι από το καζάνι βάζαμε λίγή φωτιά. Και ένα τραγούδι του τρύγου:
«Μπαίνω μέσα στο αμπέλι σαν νοικοκυρά...», «Έλα νοικοκύρη να τρυγήσουμε, κάδες και βαρέλια να γεμίσουμε»
Άμα θέλαμε να γίνει καλό το τσίπουρο και δυνατό, κάναµε αυτή τη δουλειά δυο φορές. Το καινούργιο το κρασί, μετά από δυο μήνες από το πάτημά, ήταν έτοιμο για πιώµα (για να το πιούν) αλλά έλεγαν και το στιχάκι «παλιό κρασί κι φρέσκο λάδι». Το άνοιγαν συνήθως μετά ένα χρόνο και μοίραζαν στη γειτονιά µε την πατσούρα για την καλή χρονιά.
Περισσότερες πληροφορίες για την παρασκευή του τσίπουρου έδωσε ο Νικόλαος Ευσταθίου (1969)...
"Οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούμε για να κάνουµε το τσίπουρο είναι τα τσαμπιά απ’ τα σταφύλια, τα µήλα, τα σύκα και τα κούμαρα. Το «πρακτικό εργοστάσιο» έχει ως εξής: Επάνω από γερή φωτιά τοποθετούμε ένα µεγάλο καζάνι, ρίχνουμε μέσα τα τσίπουρα και το σκεπάζουµε µε το ρακοκάπακο. Δίπλα, ειναι ένα µεγάλο δοχείο µε κρύο νερό, η κοπάνα, μέσα σε ξύλινη κάσα. Από το ρακοκάπακο, ξεκινά ένας χαλκινος σωλήνας, το «μασούρι» που περνά µέσα από το κρύο νερό της κοπάνας. Τα µεν τσίπουρα τα βάζουµε κατ’ ευθείαν µέσα στο καζάνι, τα δε άλλα τα βάζουµε µέσα σε πιθάρια για να γίνει η ζύµωση και µετά τα βράζουµε. Με το βρασμό, οι υδρατµοί φεύγουν από το καζάνι και όταν περνούν από το µασούρι μέσα στην κοπάνα, ψύχονται, υγροποιούνται και γίνονται τσίπουρο που τρέχει απ’ την άκρη του μασουριού. Το πρώτο παρασκεύασμα που θα βγει, το λέμε «σούμα». Ύστερα, κάνουμε το λεγόμενο ξελαμπικάρισµα. Ξαναβράζουμε δηλαδή τη σούµα ρίχνοντας µέσα και γλυκάνισο και μαστίχα. Τα πρώτα 5-6 κιλά που θα βγουν, μετά το ξελαμπικάρισµα, είναι τελείως καθαρό οινόπνευμα και λέγεται «πρωτοράκι».


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου