Παναγία Λαμπηδόνα
Η Παναγία η Λαμπηδόνα μέσα από τους θρύλους και την ιστορία
Από τα γνωστότερα παλιά μοναστήρια του Πηλίου η Παναγία η Λαμπηδόνα είναι από τα πιο αξιόλογα µνημειακά χτίσµατα του Βουνού µας.
Μονόκλιτη βασιλική, διαστάσεων 9,4 x 6,7 x 6,8 µ., µε θόλο που φουσκώνει σε κουµπέ στο µέσο της πλακοσκέπαστης στέγης, µε δυο επίσης πλακοσκέπαστα υπόστεγα στη δυτική και νότια πλευρά της, στηριγµένα σε καστανίτικες κολόνες που ακουμπούν σε πέτρινα πεζούλια, και μ᾿ ένα αρκετά αξιόλογο ξυλόγλυπτο τέμπλο.
Ανακαινισµένο µε ευρωπαϊκό πρόγραµµα πριν από κάµποσα χρόνια το ιερό αυτό χτίσµα αλλά και μέρος των κελιών του, παραμένει ένα αξιόλογο μνημείο της πηλιορείτικης λαϊκής αρχιτεκτονικής και γλυπτικής, κάτι που άλλωστε εξηγείται και από το γεγονός ότι έχει ανακηρυχθεί στα 1983 από το Υπουργείο Πολιτισμού Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο.
Επιπλέον όµως το παλιό αυτό μοναστήρι, που, µετά από πολύχρονη εγκατάλειψη λειτουργεί πια εδώ και µερικά χρόνια ως γυναικεία µονή. Είναι δεμένο µε µερικές θαυµάσιες τοπικές παραδόσεις αλλά και µε την ίδια την πηλιορείτικη ιστορία, όπως µας αποκαλύπτουν οι παλιές προφορικές αλλά και γραπτές μαρτυρίες.
Οι πιο συναρπαστικές απ᾿ αυτές τις μαρτυρίες αφορούν την ίδρυση του μοναστηριού και συνιστούν δυο από τους συναρπαστικότερους θρύλους του τόπου µας.
Σύμφωνα µε τον πρώτο από τους δυο τούτους θρύλους στα παλιότερα χρόνια οι κάτοικοι της περιοχής έμεναν στην παραλία, μέχρι που αναγκάστηκαν λόγω των επιδρομών των πειρατών ν᾿ ανηφορίσουν στην πλαγιά και να φτιάξουν τα κονάκια τους κρυμμένα µέσα στο δάσος από τις κουµαριές, εκεί που βρίσκεται ῃ σηµερινή Λαμπινού, σε υψόµετρο τριακοσίων (300) περίπου µέτρων πάνω απ᾿ το ακροθαλάσσι. Οι ίδιοι, τον τελευταίο καιρό της διαµονής τους στην παραλία, έβλεπαν τα βράδια πάνω στην ξέρα του Λίθου που βρίσκεται λίγες οργιές παραµέσα από την κακοτράχαλη ακτή, μια Λαμπηδόνα. Απορημένοι οι πιο τολμηροί από αυτούς, πήγαν ένα καλοσυνάτο βράδυ στην ξέρα, όπου και βρήκαν στο σηµείο όπου έκαιγε η μικρή φλόγα την εικόνα της Παναγίας. Την εικόνα αυτή μετέφεραν µε συγκίνηση στο νέο χωριό τους, όπου κι έχτισαν λίγο αργότερα και το μοναστήρι της Παναγίας.
Ένα μοναστήρι όπου τοποθέτησαν την εικόνα αυτή της Παναγίας και που του έδωσαν το όνοµα της Παναγίας Λαμπηδόνας, ενώ Λαμπηδόνα ονόμασαν και το καινούργιο χωριό τους, όνοµα που από παραφορά έγινε αργότερα Λαμπινού.
Ακόμα, όµως, πιο ενδιαφέρουσες είναι οι δυο εκδοχές ενός άλλου θρύλου σχετικού µε το χτίσιμο τούτου του μοναστηριού.
Ηταν - λέει ο βασικός πυρήνας του θρύλου - στα παλιά τα χρόνια της τουρκοκρατίας ένα κουρσάρικο καράβι που χαροπάλευε µέσα στη θεοσκότεινη κι ανταριασµένη νύχτα, κοντά στο κακοτράχαλο ακροθαλάσσι του Ανατολικού Πηλίου. Καπετάνιος και τσούρμο, όλοι οθωμανοί, είχαν ξεθεωθεί στην προσπάθεια να σώσουν το καράβι και το τοµάρι τους.
Και στα στερνά, µην έχοντας άλλη ανάκαρα, παράτησαν τον απελπισμένο αγώνα τους και το έϱιξαν στις προσευχές, καρτερώντας από τον Αλλάχ τη σωτηρία τους. Του κάκου όµως. Οι απελπισµένες επικλήσεις για βοήθεια στο Θεό τους δεν έφεραν κανένα αποτέλεσµα και το καράβι, όντας ακυβέρνητο, κινδύνευε από στιγµή σε στιγµή να τσακιστεί πάνω στους ορθόκοφτους βράχους της αφιλόξενης ακτής. Στην απελπισιά του τότε ο καπετάνιος σκέφτηκε να παρακαλέσει την Παναγιά των Χριστιανών, τάζοντας μάλιστα σ᾿ αυτή µια εκκλησιά.
Δεν είχε, λέει η παράδοση, τελειώσει ο κουρσάρος την προσευχή του και µέσα στη θεοσκότεινη νύχτα φάνηκε µια µικρή Λαμπηδόνα ν᾿ ακινητεί πάνω στη µακρόστενη ξέρα του Λίθου. Η µια εκδοχή αυτού του θρύλου λέει πως η λαμπηδόνα εκείνη φώτισε την θαλασσόπληχτη παραλία κι έδειξε το δρόμο της σωτηρίας στον καπετάνιο, που κατάφερε να προσαράξει το καράβι του, δίχως την παραμικρή αβαρία, στο μικρό και απάνεµο κόρφο της Άμμου, που βρίσκεται λίγο βορειότερα του Λίθου και κάτω ακριβώς από το μοναστήρι της Παναγίας.
Από κει - τελειώνει τούτη η εκδοχή - ο συνεπαρµένος από το θαύμα της μεγάλης Κυράς των Χριστιανών αλλόθρησκος έριξε µια κανονιά στη στεριά κι εκεί που βρήκε αργότερα την µπάλα (στη ρίζα, όπως λένε, µιας ελιάς) έχτισε ο ίδιος το μοναστήρι της Λαμπηδόνας. Ωστόσο ο θρύλος έχει και µια δεύτερη εκδοχή, σύµφωνα µε την οποία, συγχρόνως µε το άναµµα της Λαμπηδόνας στην παραλία φύσηξε αγέρας απ’ τη στεριά που παρέσυρε το καράβι στα ανοιχτά, ενώ λίγο αργότερα κόπασε και ῃ θαλασσοταραχή. Έτσι γλίτωσε το καράβι και ο αλλόθρησκος καπετάνιος του έριξε απ’ ανοιχτά την κανονιά στη στεριά για να σημαδέψει το σηµείο όπου φανερώθηκε το θαύμα της Παναγίας. Ο ίδιος - συμπληρώνει και τούτη η εκδοχή - έγινε χριστιανός και δεν ξέχασε το τάµα του. Έτσι όταν λίγο αργότερα βρέθηκε στο Λιμάνι του παλιού Βόλου, όπου και το τούρκικο κάστρο, ζήτησε και συναντήθηκε µε τον τότε πρωταρματολό του Πηλίου Στέργιο Μπασδέκη, στον οποίο ανέθεσε να βρει το σηµείο όπου είχε ρίξει την µπάλα του κανονιού του, µε σκοπό να χτίσει εκεί την εκκλησιά που υποσχέθηκε στην Παναγία. Κάτι που, µε τη βοῄθεια πάντα της Παναγίας, έγινε. Και στο σηµείο εκείνο µε χρήματα του αλλαξοπιστήσαντα καπετάνιου ο ίδιος ο Μπασδέκης έχτισε το μοναστήρι της Παναγίας Λαμπηδόνας που σώζεται µέχρι σήµερα.
Έτσι τελειώνει η δεύτερη αυτή εκδοχή του σχετικού θρύλου, µε την προσθήκη πως η κουφαλιασμένῃ ελιά που δέχτηκε το βλήμα του οθωμανού καπετάνιου χρησιµοποιήθηκε σαν άγια τράπεζα στο καθολικό του μοναστηριού, κάτω από την οποία φυλαγόταν παλιότερα και η µπάλα του κανονιού. Κι αυτά είναι όσα µας λένε οι παλιοί θρύλοι για την ίδρυση τούτου του μοναστηριού. Στοιχεία, όµως, για τα οποία δεν κάνει λόγο η εντοιχισµένη στο μαρμάρινο υπέρθυρο της δυτικής κύριας θύρας του κι ελαφρά χρωματισµένη αλλά κι ανορθόγραφη κτητορική επιγραφή που σκάλισε ο Λαϊκός λιθογλύφος Μίλιος Ζουπανιοπολίτης στα 1796, χρονιά που όπως φαίνεται και από το περιεχόµενο τούτης της επιγραφής, αναχτίστηκε το καθολικό του μοναστηριού, µαζί µε τα δυο υπόστεγά του στη δυτική και νότια πλευρά του, από τον λαϊκό αρχιτέκτονα Δήμο Ζηπανιώτης, ύστερα απὀ σχετική εντολή του πρωταρματολού Στέργιου Μπασδέκη. Γεγονός που βέβαια σηµαίνει πως υπήρχε στη δίκη του νέου καθολικού και παλιότερο, γεγονός που υπονοείται και από όσα γράφει κι ο Ζωσιμάς Εσφημενίτης, έστω κι αν αυτός «μιλάει» για ανακαίνιση στα 1799 αντί του σωστού 1796. Το µόνο σηµείο όπου η δεύτερη εκδοχή του παραπάνω αναφερόµενου θρύλου συμφωνεί µε την ιστορία, όπως αυτή αποτυπώνεται σε τούτη την επιγραφή, είναι το όνοµα του αρματολού Στέργιου Μπασδέκη που εμφανίζεται ως ο πραγματικός κτήτορας του μοναστηριού, ενέργεια όµως στην οποία παρακινήθηκε, όπως πάλι µας πληροφορεί η ίδια επιγραφή, όχι από τον οθωµανό του θρύλου αλλά από τους Ιεροµόναχους Ἰγνάτιο, Ηγούμενο του ίδιου μοναστηριού, και Δανιήλ.
Λέει συγκεκριµένα τούτη η επιγραφή που σώζεται µέχρι σήµερα, πλαισιωμένη δεξιά και αριστερά της απὀ το Χριστό και την Παναγιά, όµορφα σκαλισµένους από τον Μίλιο.
«ΟΥΤΟΣ Ο ΘΥΟΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΑΝΕΓΕΡΘΥ ΚΑΙ ΑΝΕΚΤΙΣΟΥ ΕΚ ΒΑΘΡΟΥ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΚΑΙ ΜΑΚΑΡΙΩΝ ΚΤΗΤΟΡΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡ ΣΤΕΡΙΟΥ ΠΑΖΤΕΚΙ ΥΟΣ ΤΟΥ ΠΟΤΕ, ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΡΟΤΡΟΠΗ ΔΕ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΙΝΗΣΙ ΘΥΟΥ ΖΗΛΟΥ ΚΥΝΟΥΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΕΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΙΣ ΙΓΝΑΤΗΟΥ ΚΑΙ ΥΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΚΑΙ ΔΑΝΙΗΛ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ ΜΕΝ ΔΗΜΟΥ ΖΗΠΑΝΙΩΤΗΣ».’.
Το λιθανάγλυφο τούτο ντοκουμέντο που φωτίζει ιστορικά την ίδρυση ή επανίδρυση του μοναστηριού στα 1796 από τον πρωταρματολό του Πηλίου Στέργιο Μπασδέκη, γνωστόν και απὀ άλλες ανάλογες κοινωφελείς χειρονομίες του στο χώρο του Πηλίου», είχε σαν ομόλογό του το παλιό τρίπτυχο της ιεράς πρόθεσης της Μονής, όπου αναγράφονταν, πλην του Στέργιου, κι άλλα 19 ονόματα, όλα από τη φάρα των Μπασδεκαίων και µια ακόµα επιγραφή πάνω από την εικόνα της νότιας θύρας που έγραφε «Δια συνδροµής και εξόδου των δούλων του Θεού κυρίου Αθανασίου Μπασδέκη εν έτει 1199 Ιουλίου ΙΔ’», καθως και το ένα από τα δυο λιθανάγλυφα που βρίσκονταν αριστερά και δεξιά από τη νότια θυρα. Στο αριστερά της θύρας, εμφανιζόταν από το Μίλιο ο ίδιος ο Μπασδέκης ν᾿ αποκεφαλίζει µια µοιχαλίδα γυναίκα. Την ίδια πιθανὀν γυναίκα που στο άλλο λιθανάγλυφο την κρίνανε δυο δεσποτάδες την ώρα που αυτή έγνεθε. Δυστυχώς και τα δυο αυτά λιθανάγλυφα, που ήταν επίσης χρωµατισµένα, αφαιρέθηκαν από ιερόσυλα χέρια στα 1980, για ν᾿ ακολουθήσει στις αρχές του καινούργιου αἰώνα η κλοπή του επιχρυσωµένου άνω τμήματος του ξυλόγλυπτου τέµπλου του ναΐσκου...
Αφριερωμένο στα «Ἐννιά-ήμερα της Παναγιάς» το παλιό κι αποξεχασμµένο πια απ᾿ τον πολύ κόσµο μοναστήρι της Παναγίας Λαμπηδόνας στο Ανατολικό Πήλιο θα έχει το διήµερο 22 - 23 Αυγούστου, την τιμητική του, δηλαδή το ετήσιο πανηγύρι του, που από χρόνο σε χρόνο συγκεντρώνει όλο και περισσότερους πιστούς. Δεν ξέρω όµως αν αυτό το σύγχρονο πανηγύρι φτάνει πια ἡ και ξεπερνάει την «μάζωξη» των παλιών χρόνων, Τότε που, όπως λένε οι παλιές µνήµες, την παραμονή ιδιαίτερα της γιορτής το βράδυ (όπως και της Ζωοδόχου Πηγής) σµάριαζε το Χριστεπώνυμο ποίμνιο από τη Λαμπινού, και τα γύρω χώρια Τσαγκαράδα, Ξουρίχτι, Πρόπαν, Νεοχώρι ή και Μηλιές ακόµα, στα περίχωρα του μοναστηριού και οι καλόγεροί του, φίλευαν όσους πανηγυριστές διανυκτέρευαν στο ύπαιθρο ἡ στα κελιά το καθιερωμένο κρέας µε ρύζι. Όταν οι εποχές που το καινούργιο τότε ακόµα μοναστήρι, έχοντας και σηµαντική κτηματική περιουσία, έσφυζε από ζωή και δραστηριότητα. Κι ιδού τι έγραφε σχετικά το 1815 ο γνωστός Μηλιώτης λόγιος Αργύρης Φιλιππίδης στη «Μερική Γεωγραφία» του: «Τούτο το μοναστήρι έχει ιντράδα (5 κτηματική περιουσία) αρκετή, έχει κελλιά µε οντάδες, έχει και εκκλησία, επ΄ονόματι της Θεοτόκου. Εδώ κάθεται χρονικώς ιερομόναχος πότε µε ένα, πότε µε δύο και πότε µε τρεις αδελφούς, και διαβάζουν ακατάπαυστα την ακολουθία της Εκκλησίας. Έχει Φάρο του µοναστηριού, νεραντζιές και ελιές, είναι κοντά εις την θάλασσα και τον Λιμένα, και καλείται ο λιμένας Παναγίας, λιμένας οπού πέρνουν τα καϊκια, και όχι να στέκονται εις το σίδερο...».. Ἡ ακμή ωστόσο αυτή του µοναστηριού δεν φαίνεται να φτάνει ως τον επόμενο αιώνα. Κι αυτό γιατί εβδομήντα περίπου χρόνια αργότερα από την αναφορά αυτή του Φιλιππίδη, και συγκεκριµένα στα 1887, ένας άλλος Πηλιορείτης λόγιος, ο Ρασοφόρος Ζωσιμάς Εσφιμεγνίτης, είδε εγκαταλειμμένο το μοναστήρι από μοναχούς και κατειλημμένο από λαϊκούς που έµεναν εκεί «χάριν λουτρων».





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου