Mοναστήρι του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου Συκής

Το Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου Συκής ανεγέρθη με χρήματα των οπλαρχηγών του Πηλίου, Κυριάκου και Στέργιου Μπασδέκη το 1795. Γραφικό, επιβλητικό, χτισμένο με πέτρα και ξύλο, βρίσκεται στην είσοδο του χωριού Συκή, 1 χιλιόμετρο νότια της πλατείας.  Ζουμπανιώτες μάστορες ανέλαβαν το χτίσιμο του, ενώ ο γλυπτός διάκοσμος του φιλοτεχνήθη από τον γλύπτη Σπ. Μήλιο. Το Μοναστήρι καταστράφηκε εν μέσω της Επανάστασης, στις 2 Μαΐου του 1822 κι ανακαινίσθηκε το 1835 από Αργαλαστιώτες μάστορες των οικογενειών Πέτρου και Κοσμά. Εγκαινιάστηκε στις 24 Ιουνίου 1844 και κατοικούνταν από άνδρες μοναχούς, αδιάκοπα για έναν ολόκληρο αιώνα. Κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταλείφθηκε από τους μοναχούς του, ενώ το 1971 ξεκίνησε μία προσπάθεια για αναστύλωση του με πόρους των κατοίκων του χωριού. Το 1984, με σχετική άδεια του τότε Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, εγκαθίσταται στη Μονή Γυναικεία Κοινοβιακή Αδελφότητα, η οποία παραμένει ως τις μέρες μας. Στην είσοδο της Ιεράς Μονής σήμερα υπάρχει Πρόναος που οδηγεί στο Καθολικό και στα κελιά διαμονής των Αδελφών. Πρόσφατα στα βορειοανατολικά του προαυλίου χώρου άρχισε να χτίζεται ο Ιερός Ναός των Αγίων Πάντων. Η Ιερά Μονή ευρίσκεται σε μια πλαγιά του Νοτιοανατολικού Πηλίου. Απέναντί της εκτείνεται το Αιγαίον Πέλαγος, όπου διακρίνονται τα νησιά Σκιάθος, Σκόπελος, Αλόννησος. Έτος ιδρύσεώς της φέρεται το 1795 και λογίζονται κτίτορες οι Ιερομόναχοι Δαβίδ και Δαμασκηνός. 

Το μοναστήρι, είναι χτισμένο σε υψόμετρο 300 μ. και βρίσκεται στο νοτιοανατολικό Πήλιο σε απόσταση 38 χλμ από την πόλη του Βόλου. Πιο συγκεκριμένα, βρίσκεται περίπου 1 χλμ. νοτιοδυτικά του χωριού της Συκής, στη θέση «Παλάτια». Σύμφωνα με την παράδοση, αλλά και την ύπαρξη παλιότερου οικισμού στη θέση αυτή, φαίνεται πως η σημερινή μονή οικοδομήθηκε στη θέση παλαιότερης, πιθανώς των Βυζαντινών χρόνων. Ωστόσο, οι γραπτές πληροφορίες για τη μονή, δείχνουν πως το σημερινό καθολικό, οικοδομήθηκε το 1795, με πρώτο ηγούμενο τον ιερομόναχο Δαβίδ Συκεώτη. Μέχρι το 1822, όταν και η μονή κάηκε ολοσχερώς, δεν υπάρχουν πληροφορίες για το μοναστήρι. Στη συνέχεια, με ηγούμενο τον αρχιμανδρίτη Δαμασκηνό, πραγματοποιήθηκε η ανακαίνιση του μοναστηριού, με την ανέγερση του καθολικού να ολοκληρώνεται το έτος 1839. Στα υπόλοιπα τμήματα του μοναστηριού, συνεχίσθηκαν εργασίες αποκατάστασης έως το 1859. Η μονή διατηρήθηκε σε καλή κατάσταση μέχρι το 1940, όταν και εγκαταλείφθηκε. Έτσι, το 1971, πραγματοποιήθηκε ανακαίνιση της ερειπωμένης τότε μονής, η οποία αποπερατώθηκε το 1983. Το 1984, εγκαταστάθηκε στη μονή γυναικεία αδελφότητα, η οποία ήρθε από τα Μετέωρα. Σύμφωνα με το ΦΕΚ 699/Β/26-5-1976, η μονή χαρακτηρίζεται ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
Μορφολογικά, η μονή διαθέτει τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής, στην οποία προστίθενται αθωνικά στοιχεία. Το καθολικό είναι αθωνικού τύπου, με τρεις μεγάλες κόγχες, τρούλο και νάρθηκα. 



Γενικά, το μοναστήρι είναι ιδιαίτερα ζωντανό, με αδελφότητα που αριθμεί 12 μοναχές, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικές ενέργειες επισκευών και συντηρήσεων (ΤΕΕ Μαγνησίας , 2002). Ηγουμένη είναι η γερόντισσα Αγαθοφήμη Δήμου.

Εξ αρχής της ιδρύσεώς της η Μονή υπήρξε ανδρική, με πολλή κτηματική περιουσία -εκ δωρεών κυρίως των πιστών- που έφθανε ως τη θάλασσα. Οι Μοναχοί ασχολούνταν κυρίως με τα κτήματα και την εκτροφή ζώων. Υπήρχαν γύρω από τη Μονή περί τα χίλια ελαιόδενδρα και πολλά συκοπερίβολα. Καταγίνονταν δε και με την καλλιέργεια σιτηρών και φάβας. Το αρχικό κτίριο αποτελείτο από το ισόγειο με το Μαγειρείο, το ελαιοτριβείο - σώζονται οι ελαιόπετρες- και τις αποθήκες, και από τον πρώτο όροφο με το αρχονταρίκι και τα κελλιά. 




Το καθολικό, ο Ιερός Ναός του Τιμίου Ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, είναι τρίκογχο, αθωνίτικου τύπου και ρυθμού με νάρθηκα. Έχει μικρό οκταγωνικό τρούλλο χωρίς παράθυρα και η οροφή του νάρθηκα σχηματίζει θόλο από πωρόλιθο. Δεξιά και αριστερά της πόρτας του Καθολικού υπάρχουν εντοιχισμένες επιγραφές. Ο Ναός είναι κτισμένος με λευκή τετραγωνισμένη πέτρα και οι τοίχοι είναι διακοσμημένοι με ανάγλυφες παραστάσεις σταυρών, δικέφαλων, αγίων. Η Ιερά Μονή λειτούργησε μέχρι το 1914 ως ανδρική, οπότε έκλεισε και έμεινε κλειστή για 70 χρόνια. Η αγάπη όμως προς τη Μονή των κατοίκων της Συκής, εύρισκε τρόπους, έστω και στοιχειώδους συντηρήσεώς της.





Το έτος 1984 η Μονή επαναλειτούργησε, και με Προεδρικό Διάταγμα μετετράπη σε Γυναικεία. Επί 22 έτη, μέχρι σήμερα, εκτελούνται έργα οικοδομικά σ' αυτή· Ανακαίνιση παλαιού κτιρίου και ανέγερση δύο νέων πτερύγων με κελλιά, εργαστήρια, Αρχονταρίκι, και το παρεκκλήσιο του Αγίου Νεκταρίου, με την ηθική και οικονομική συμπαράσταση της Εκκλησίας, των πιστών, αλλά και του κράτους. Πολλοί φίλοι της Μονής προσέφεραν με αγάπη, αφοσίωση και αφιλοκερδώς στις ποικίλες ανάγκες και εργασίες της και προέβησαν σε πολλές δωρεές, σχετικώς με τον εξοπλισμό της Μονής.

Καινούργια η σημερινή όψη της Μονής με τις νέες απαραίτητες κτηριακές εγκαταστάσεις, τον εξωραϊσμό των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων, τη διακόσμηση του Ιερού Ναού του Τιμίου Προδρόμου με τοιχογραφίες.
Παράλληλα με το κυρίως έργο των Μοναζουσών, που είναι η προσευχή και η λατρεία διά των Ακολουθιών στον Ιερό Ναό, άλλες ασχολίες είναι η Αγιογραφία, το Χρυσοκέντημα, τα Χειροτεχνήματα της Εκθέσεως, η Κηπουρική, η περιποίηση του Ναού και του Αρχονταρικίου, η διεκπεραίωση διαφόρων γραφικών Υπηρεσιών.
Θαυματουργή η εικόνα του Τιμίου Προδρόμου, ο οποίος είναι ο Μέγας Προστάτης της Μονής. Μέσα στο θαύμα της προστασίας Του ζουν και κινούνται οι Μοναχές. Αρκετά θαύματα αναφέρονται στον Άγιο Πρόδρομο, γι' αυτό και η Μονή έχει γίνει προσκύνημα σε όλο το νότιο Πήλιο, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της Μαγνησίας. Πανηγυρίζει με λαμπρότητα στις 29 Αυγούστου.

Το Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου χαρακτηρίστηκε διατηρητέο Μνημείο το 1976, με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών. Ηγουμένη είναι η Αγαθοφήμη Δήμου και η αδελφότητα αριθμεί 12 μοναχές.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παναγία Λαμπηδόνα

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ - ΛΑΥΚΟΣ

Προφήτης Ηλίας Αργαλάστης