Σαν σήμερα 10 Ιουλίου του 1888 γεννήθηκε "ο ζωγράφος των σταθμών" Τζιόρτζιο ντε Κίρικο
Ο Ιταλός ζωγράφος, συγγραφέας και γλύπτης Τζιόρτζιο ντε Κίρικο γεννήθηκε σαν σήμερα στο Βόλο στις 10 Ιουλίου 1888. Ο πατέρας του επιθυμούσε να ακολουθήσει ο γιος του το ίδιο επάγγελμα μ’ εκείνον, του μηχανικού, όμως ενθάρρυνε τα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα που έβλεπε πως είχαν τα παιδιά του και προσέλαβε ιδιωτικούς δασκάλους για τη μόρφωσή τους. Πρώτος δάσκαλος του Γεωργίου στη ζωγραφική υπήρξε ο ζωγράφος και υπάλληλος της εταιρείας του πατέρα του Κώστας Μαυρουδής από την Τεργέστη.
Μετά από την έναρξη του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897, η οικογένεια ντε Κίρικο επιστρέφει το 1898 στην Αθήνα και εγκαθίσταται στην οικία Σταμπουλοπούλου στον Εθνικό Κήπο. «Ύστερα από σύντομη μαθητεία στη Λεόντειο Σχολή, συνεχίζει τις σπουδές του με ιδιαίτερα μαθήματα. Σχέδιο τού δίδαξε και ο Emile Gillieron, που είχε παρακολουθήσει την Ακαδημία του Μονάχου.»
Το 1900 «ο Giorgio εγγράφεται στο Πολυτεχνείο (Διετής Σχολή σχεδίου και ζωγραφικής) της Αθήνας. Καθηγητές του τότε είναι ο Κωνσταντίνος Βολονάκης, ο Γιώργος Ιακωβίδης, ο Γεώργιος Ροϊλός κ.ά.» Γνωρίζεται ακόμη με τον Δημήτριο Πικιώνη, με τον οποίο, εξαιτίας της σύμπτωσης απόψεων, θα εξακολουθήσει να έχει επαφές και στην Γερμανία και Ιταλία,καθώς και με τον Γιώργο Μπουζιάνη
Εξαιτίας του θανάτου του πατέρα του, το Μάιο του 1905 απέτυχε την πρώτη φορά στις τελικές εξετάσεις της σχολής του. Πάσχει επίσης από περιοδικές κρίσεις μελαγχολίας.
Ο Τζιόρτζιο ντε Κίρικο επηρεάστηκε από το ελληνικό περιβάλλον και γενικότερα τον ελληνικό πολιτισμό, που υπήρξε πηγή έμπνευσης για εκείνον. Σε ένα αυτοβιογραφικό του κείμενο, μιλώντας για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο, περιέγραψε τα παιδικά του χρόνια με αναφορά στην αρχαία ελληνική μυθολογία και ειδικότερα στο μύθο της Αργοναυτικής εκστρατείας με αφετηρία το Βόλο: «(…) πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη γη του Κλασικισμού, έπαιξε στις ακτές που είδαν την Αργώ να ξεκινάει το ταξίδι της, στους πρόποδες του βουνού που ήταν μάρτυρας στη γέννηση του γοργοπόδαρου Αχιλλέα και στις σοφές νουθεσίες του δασκάλου του, του κένταυρου»
Το φθινόπωρο του 1906 μετακόμισε με τη μητέρα και τον αδελφό του αρχικά σε κάποιες πόλεις της Ιταλίας (Βενετία, Μιλάνο, Φλωρεντία) και στα 1907 στο Μόναχο, όπου άρχισε να φοιτά στη Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου (Akademie der Bildenden Künste München), με ελληνική υπηκοότητα(!), παρακολουθώντας μαθήματα σχεδίου και ζωγραφικής. Μελετά τα έργα του Άρνολντ Μπαίκλιν και ζωγραφίζει τους πρώτους πίνακες επηρεασμένος απ’ αυτόν. Τον εντυπωσιάζει επίσης ο Max Klinger. Χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Ακαδημία, το καλοκαίρι του 1909 εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο.
Την ίδια περίπου περίοδο ήρθε σε στενή επαφή με το έργο του σημαντικού Γερμανού φιλοσόφου, ποιητή, συνθέτη και φιλολόγου Φρειδερίκου Νίτσε, το οποίο επέδρασε καταλυτικά στην εξέλιξή του και στη διαμόρφωση της τεχνοτροπίας του. Τότε ήταν που μπήκαν οι βάσεις για το βραχύβιο καλλιτεχνικό ρεύμα (1911-1920) μεταφυσική ζωγραφική (Pittura metafisica), που ο Τζιόρτζιο μαζί με τον αδερφό του Αλμπέρτο Σαβίνιο καθώς και τους καλλιτέχνες Κάρλο Καρά και Τζιόρτζιο Μοράντι διαμόρφωσαν, ασκώντας επιρροή και στη διαμόρφωση άλλων καλλιτεχνικών ρευμάτων του 20ού αιώνα, όπως του Υπερρεαλισμού και της Νέας Αντικειμενικότητας (Neue Sachlichkeit).
Στα 1909 ζωγράφισε στο Μιλάνο μια ελαιογραφία 76 Χ 120 εκατοστών και την ονόμασε «Sfinge» / «Σφίγξ».
«Στα Παρισινά Χειρόγραφα (1911-1915) εμφανίζεται μια έντονα μυθική εικόνα του αλόγου: Και σκέφτομαι ακόμα το αίνιγμα του αλόγου στην ουσία του, ως θαλασσινή θεότητα: μια φορά φαντάστηκα στη σκοτεινιά ενός ναού που υψώνεται στην άκρη της θάλασσας, το πολεμικό άτι που είχε το χάρισμα της προφητείας και που ο θεός της θάλασσας χάρισε στον βασιλιά Άργο. Το φαντάστηκα σκαλισμένο στο καθαρό λαμπερό σα διαμάντι μάρμαρο, με διπλωμένα τα πίσω του πόδια σαν σφίγγα, με όλο το αίνιγμα και την απέραντη νοσταλγία των κυμάτων στα μάτια του και στην κίνηση του λευκού λαιμού του. Το άλογο γίνεται ένα με τη θάλασσα, μεταβάλλεται σε μια ιερή και αινιγματική παρουσία, έχει την αινιγματικότητα της σφίγγας.»
Η Σφίγγα, φανταστικό πλάσμα της ελληνικής μυθολογίας, κόρη της Χίμαιρας και του Όρθρου (ή κατά άλλους του Τυφώνος και της Έχιδνας), απεικονίζεται από τους αρχαίους Έλληνες ως φτερωτό λιοντάρι με κεφάλι γυναίκας (σε αντίθεση με τη Σφίγγα της Αιγύπτου, που δεν έχει φτερά) ή ως γυναίκα με πόδια και στήθη λιονταριού, ουρά ερπετού και φτερά πτηνού.
Η Σφίγγα είναι αυτή που ρωτούσε το γνωστό φιλοσοφικό ερώτημα «τί ἐστιν ὅ, μίαν ἔχον φωνήν, τετράπουν καὶ δίπουν καὶ τρίπουν γίνεται;», στο οποίο απάντησε ο Οιδίποδας «ο άνθρωπος», αφού όταν είναι βρέφος περπατάει στα τέσσερα, μετά σηκώνεται στα δύο του πόδια και στα γηρατειά περπατάει όρθιος, αλλά χρησιμοποιεί σαν τρίτο πόδι ένα μπαστούνι. Μόλις λύθηκε το αίνιγμά της, η Σφίγγα γκρεμίστηκε από τον βράχο που στεκόταν και σκοτώθηκε.
«Ο ελληνικός μύθος είναι η Σφίγγα που θέτει τα αινίγματα στον ήρωα αυτής της μυητικής και αποκαλυπτικής μαζί επιστροφής. Είναι το πνεύμα του τόπου που προφυλάσσει τον ιδιωτικό μύθο του καλλιτέχνη από τις πλαστές υποβολές του καιρού του. Κάθε αναχώρηση και κάθε άφιξη σημαδεύουν τον τόπο της διέλευσής του και κάθε φορά είναι και πιο καλά προετοιμασμένος. Τα εφόδια της σοφής ειρωνείας, του αυτοσαρκασμού, του γκροτέσκου, του ρομαντικού ή του λυρικού, της σύγχρονης - pop αναφοράς, της θεατρικότητας, περνάνε τα προσωπεία τους χέρι χέρι και μεταλλάσσονται αδιάκοπα, οφιοειδώς, διανοίγοντας την οδό που φυλάει ο δαίμων - σφίγγα και που οδηγεί στην αθανασία - αιωνιότητα.»
Στον πίνακα λοιπόν αυτόν του Τζιόρτζιο ντε Κίρικο βλέπουμε ένα θαλασσινό τοπίο, ενώ στον ουρανό κυριαρχούν πολλά σύννεφα σε αποχρώσεις του γκρίζου και του καφέ. Στα αριστερά τού πίνακα, ορθώνονται τρία γιγάντια βράχια, με το μεσαίο να έχει έναν μικρότερο βράχο στην κορυφή του, που μοιάζει με κεφαλή γυναίκας.
Σε άλλα έργα του ντε Κίρικο κάνουν την εμφάνισή τους τρένα, και μάλιστα εκεί που δεν τα περιμένεις, όπως στο έργο του “Piazza d'Italia” του 1948. «Τρένα που καπνίζουν και σιδηροδρομικοί σταθμοί είναι τα πρώτα θέματα που κάνουν την εμφάνισή τους στα έργα του. Τα έργα αυτά που εξέθεσε στο Salon des Indépendants θα προκαλέσουν την προσοχή του Picasso που θα τον συστήσει στον Apollinaire ως ζωγράφο των σταθμών. (…) Είναι πάντως ενδιαφέρουσα η θετική αποδοχή του νέου καλλιτέχνη από τον Apollinaire, ο οποίος σχετικά με την έκθεση 30 έργων του de Chirico στο στούντιό του το 1913 γράφει: “Η τέχνη αυτού του νέου είναι μια τέχνη εσωτερική και εγκεφαλική που δεν έχει καμιά σχέση μ' εκείνη των ζωγράφων που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια. (…) Οι πολύ μοντέρνες και οξείες αισθήσεις του κ. de Chirico παίρνουν συχνά μιαν αρχιτεκτονική μορφή. Είναι σταθμοί με ωρολόγια, πύργοι, αγάλματα, μεγάλες έρημες πλατείες: στον ορίζοντα περνούν τρένα.”»





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου