Τα παλιά λαϊκά «παγγύρια»

 Τα παλιά λαϊκά «παγγύρια»

Το παλιό εκκλησάκι του ᾽Αι-Νικόλα στο Χορευτό της Ζαγοράς σώζεται μέχρι σήµερα ανάµεσα στον υπόλοιπο Αγιογραφικό διάκοσμο και µια παράξενη λαϊκή ζωγραφιά. Σ᾽ αυτή εικονίζονται κάποιες οργανοπαίχτες, που φοροὺν σαλβάρια και σαρἰκια, να πα[ζουν τους ζουρνάδες, τα λαγοῦτα και τα τύμπανα, καθώς και μερικές γυναἶκες, ντυµένες µε τους πηλιορείτικους «κουρµάδες» και τα «κοντουγούνια», που χορεύουν πασίχαρες δίπλα στους μουζικάντες.
Το γεγονός αυτό για τους αμύητους στα εθιµικά καθέκαστα του Πηλίου και την ακτινοβολία τους στο χώρο της λαϊκής λατρείας θα αποτελούσε βέβαια µια χτυπητἡ περίπτωση ιεροσυλίας και ανευλάβειας. Η εισβολἡ ὠστόσο των διονυσιακὠν αυτών στοιχείων και σ᾽ αυτό το ἁδυτο της χριστιανικής λατρείας δεν είναι αυθαίρετη, αφοὺ, ὅπως ξέρουμε, έχει άμεση σχέση µε την παρότρυνση του εκκλησιαστικού υµνώδους για την απονοµἠ απὀ µέρους των πιστὠν της θείας λατρείας «εν χορδαἰς και οργάνοις». 
Στο γεγονὸς ίσως αυτό, που αποτελούσε χαρακτηριστικὀ συστατικό των θρησκευτικὠν εκδηλώσεων του λαού µας απὀ τα παλιότερα ακόµα χριστιανικά χρόνια, στηρἰχτηκε ο άγνωστος λαϊκός δημιουργός για να συνθἑσει στον εσωτερικό σοβά του ᾿Αι-Νικόλα τούτη την τολµηρή για την ιερότητα του χώρου ζωγραφιά του.
Πιο συγκεκριμένα στον Ναό αυτό υπάρχει η παρακάτω γραφή που δίχνει την άρρηκτη σύνδεση των πανυγηρισμών με την θρησκεία.
Η επί της Β πλευράς αναπαριστώσα το: «αινείτε αυτόν εν τυμπάνω και χορώ, αινείτε αυτόν εν χορδαίς και οργάνω». Είναι πλήρως συγχρονισμένη με τα ήθη και έθιμα της εποχής της φιλοτεχνήσεώς της. Γυναίκες, ενδεδυμέναι κατά την τότε συνήθειαν του Πηλίου και εστραμμέναι προς τους θεατάς, σχηματίζουσι κύκλον χορεύουσαι, ενώ οργανοπαίκται με τιάρας (σαρίκια) επί της κεφαλής των και βράκες μέχρι του γόνατος, εκτελούσι μουσικόν χορευτικόν τεμάχιον διά τυμπάνων, αυλών και εγχόρδου τινός οργάνου κοινώς «λαούτου» .

Παρόμοια όμως δείγματα επιβίωσης αρχαίων θρησκευτικών ορχήσεων µέσα στον αυστηρό κύκλο της χριστιανικής λατρείας έχουμε πολλά στη χώρα µας ἕνα παρόμοιο μ᾽ αυτό του ᾽Αι-Νικόλα υπάρχει και στο Άγιο Ὄρος καθώς και στο επίσης Ζαγοριανό ναΐδριο της Παναγίας Ράσοβας. Με τρόπο άμμεσο και διαλεκτικό δένεται, λοιπόν, και στο Πήλιο, κάτω απ᾿ το βάρος πανάρχαιων λαϊκών επιβιώσεων, το μεταφυσικό λατρευτικό τυπικό της χριστιανικής αντίληψης µε το κοντύτερα στον άνθρωπο διονυσιακό και ὠφελιμιστικό στοιχείο, έτσι που να σµίγει η οσµή της πνευματικής ευωδίας απὀ τα θρησκευτικἀ γιορτάσια µε την κνίσα απὀ τα ψημένα «κουρμπάνια» των πανηγυριών, έτσι που να συνδυάζεται κι αυτό το πνεύμα της θείας λατρείας µε το οινόπνευμα της πηλιορείτικης ευωχίας.     



Κάτω απὀ το πρίσμα αυτό βρίσκει την εξἠγησἡ του και το γεγονός πως τις πηλιορεἶτικες εκκλησιὲς τις συναντάμε παράδιπλα στην πλατεία (το «παζἀρ) για τα πηλιορείτικα χωριά ἡ στη «χορεὺτρα», ὅπου και γίνονταν τα ξεκινηµένα απὀ τα θρησκευτικἁ γιορτάσια λαϊκά «παγγύρια» των χωριών του Πηλίου, Ἔτσι δενόταν κι ακόµα δένεται στο Πήλιο η θρησκευτική γιορτή µε τη λαϊκή παράδοση, έτσι και δινόταν κι εξακολουθεί και σήµερα να δίνεται στον τιμώμενο ᾿Αγιο η οφειλόμενη λατρεία, ὀχι µόνο µε ψαλμωδίες και κεριά, όχι µόνο µε πρόσφορα και τάµατα, αλλάἆ και µε κάποιες γενναίες κατά κανόνα... βακχικὲς σπονδές και µε τραγούδι και χορό.       
Τούτος ο τελευταίος άρχιζε στα παλιότερα χρόνια ευθὺς όταν τελείωνε ο Μεγάλος Εσπερινός της παραμονής της θρησκευτικής γιορτής, και ήταν τα βήματά του στην αρχἡ αργἁ, σεμνά και ιεροτελεστικά, καθώς μάλιστα τον έσερνε πρὠτος κάποτε - κάποτε ο ίδιος ο παπάς που τέλεσε την ακολουθία του Εσπερινού. Ο ίδιος κάπως έτσι ἁρχιζε και την επαύριο, ανήμερα και απολεἰτουργα της θρησκευτικἠς γιορτής, στον ἶδιο χώρο που αυτή τελέστηκε καὶ που συχνά συχνότατα ήταν ο καταπράσινος χώρος που περιβάλλει κάποιο γραφικό ξωκλήσι. Κι ενώ βέβαια στην αρχή του ο χορός αυτός των πηλιορεΐτικων πανηγυριών ήταν κάπως ιερόπρεπος, στη συνέχεια, κἱ ιδιαίτερα τα βράδια, οπότε συνεχιζόταν στις πλατείες των χωριὼν, κἀτω απ᾿ τη γλεντζέδικη διάθεση την οποία κορύφωναν τα «παγγυριώτικα» κρασορἆκια, κατέληγε σε χορευτικό ξεφάντωµα. Ἠταν φυσικἠ µια τέτοια εξέλιξη. Γιατί οι Πηλιορείτες ήταν πάντα άνθρωποι «εύθυμοι και φιλοπότοι κι ακόμα «πρόσχαροι, συμποτικοί και ελευθέροι οπού έχουν και τον τρὀπον, για να θυμηθούμε ἀλλη µια φορά τους Αρχαίοι Δημητριείς. 
Και σαν τέτοιοι φυσικό ἦταν να βρίσκουν στο θρησκευτικὀ γιορτάσι την ευκαιρία για µια εύθυμη και γλεντζέδικη συνέχεια, µε γερό φαγοπότι, µε τραγούδι και χορό. Μια συνέχεια που τους έδινε τη δυνατότητα να ξεχάσουν για λίγο την τραχιά και ρουτινιάρικη ζωή τους και να νιώσουν τη χαρά της κοινωνικής συναναστροφἠς, την ανάκαρα και της ανθρὠπινης ζεστασιάς. Κι όλα αυτά µέσα σ᾿ ἑνα κλίμα που φαίδρυνε το καλό φαῖ, το σπιρτόζικο πιοτὶ, κι η «παγγυριώτικη» µουσικἠ. Αυτἠ που κυρίως φτέρωνε καρδιά και πόδια και κορύφωνε το γλεντζὲδικο οἶστρο τους. Εκείνες όμως που πραγματικά φάνταζαν για τους πηλιορείτες  ως στιγμές χαρισάµενες, ήταν οι παγγυριώτικες ώρες των ξωκλησιών του Πηλίου. Τότε που καραβάνια ολάκερα οι πιστοί ξεκινούσαν συφάμελοι τ’ αποµεσήµερο της παραμονής της γιορτής, άλλοι καβάλα στ’ αλόγατα µε τις χρωματιστές «γιάμπολες» κι ἄλλοι «ποδαράδα», να πάνε στο «παγγύρ» του Αγίου, κατά πὼς το απαιτούσε η παράδοση του τόπου. 
Πολλοί απὀ δαύτους κρατοὺσαν σε τούτη τη μακρινή πολλὲς φορὲς διαδρομἠ τις μεγάλες σαν το μπόι τους ταμένες λαμπάδες. Κι άλλοι πάλι, που έτρεφαν «καματερό», έφερναν, σαν το πανηγὺρι ήταν µέσα στο Μάη ἡ στο θεριστή, κι ἕνα χερόβολο «ξούρα» για να διαβαστεί από τον παπά κι ύστερα να κρεμαστεί στις «σταντουσιές» για τα «χίλιασει» του κουκούλι. Μερικοὶ ακόμα ἔσερναν και το ταμένο στη χάρη του Αγίου μανάρι που προόριζαν για «κουρμπάνι». Το ζώο δηλαδἠ που θα θυσιαζόταν στον Άγιο για να φαγωθεὶ στα στερνἁ, ψημένο στη σούβλα, σ᾿ένα κοινό τραπέζι αγάπης, απ’ τους γλεντοκόπους συµποσιαστὲς, ὅταν θα αναβε το «παγγυριώτικο» γλέντι. Τὲλος, αρκετοὶ ήταν απ᾿ τους παγγυριώτες που, αποφασισµένοι να διανυκτερεύσουν στο χώρο του ξωκλησιοὺ ἡ του μοναστηριού, κουβαλούσαν στις πλάτες τους και τις «βελέντζες» και τ᾽ ἄλλα «τσιργιά», που θα ἑστρώναν για τον ὑπνο τοὺς στα κελιά ἡ και σ' αυτό το ὑπαιθρο.     
Στο καραβάνι των πεζοπόρων πιστὼν μπροστά πἠγαινε συνήθως ο «αφέντης» της κάθε φαμελιάς. Ακολουθούσε ξυπόλητη πολλές φορὲς και µε τα παποὺτσια «παραμάσχαλα», για να µην τα χαλάσει, η μάνα. Κι απὀ κοντά λαλούσε πασἰχαρη και µε πανεύθυμα τιτιβίσµατα η λιανομαρίδα. Αυτό ἦταν, όπως παρατηρεί και ο Κορδάτος, «το πρωτόκολλο της εθιµοταξίας των παγγυριστάδων»
Ο ειδυλλιακός χώρος του ξωκλησιού ἡ της Μονἠς που πανηγύριζε φισκάριζε κατά το σούρουπο απὀ γυροχωριανοὺς παγγυριώτες, γλεντούσε ύστερα, σαν άρχιζε κι ο Μεγάλος Εσπερινός απ᾿ την οσµἠ της πνευματικής ευωδίας. Κι όταν σχολούσε η εκκλησιἁ όλος αυτός ο κόσμος σκόρπιζε στους τριγυρινούς χώρους να ψωνίσει στο υπαἰθριο παζάρι των πραµατευτάδων που είχαν «λιάστρα» τις ποικιλώνυµες πραμάτειες τους; τσόχες, τσίτια, νταντέλες, κορδέλες, παποὺτσια, παντόφλες, καρφίτες, σκουλαρἰκια, βραχιόλια, σφυρἶχτρες, καραμούζες και ζαχαρωτά για τα παιδιά κι ακόµα προικιάρικες κομπάνιες, τεντζερέδια, καζάνια, μπρἰκια κι άλλα χαλκωματικά, σκουτιά, βελέντζες, κιλίμια και κάθε ακόµα εἶδους αντικείμενα και καλούδια. Αντιβούιζε ο τόπος ενάγυρο απὀ τα σφυρἰγματα, τα ξεφωνητά και τα γέλια αλλά κι απὀ το τσἰριγµα της πἶπιζας και το βρόντο του νταουλιού, καθώς οι ντόπιοι οργανοπαἰχτες πάσχιζαν µέσα στο σούρουπο να δώσουν το έναυσμα για τη γλεντζέδικη και κυρίως τη χορευτικἠ προέκταση στον οἱστρο τών πανηγυριστάδων.
Ωστόσο η βραδιἁ της παραμονής δεν προσφερόταν για μεγάλα «ραβαῖσια» και ζεὐκια». Κι αν ακόμα στηνόταν ο χορός, αυτός -τα ᾽παμε και παραπάνω - είχε κάτι απ᾿ τη σεμνότητα, την ιεροπρἑπεια και το τελετουργικό ακόµα, αν θέλετε, της θρησκευτικἠς λατρείας που προηγήθηκε. Η σύναξη ακόρπιζε το βράδυ κι οι πλειότεροι παγγυριὠτες, αν μάλιστα το ξωκλήσι ἡ το μοναστήρι που γιόρταζε ἦταν κοντά στο χωριό, γύριζαν αργά µέσα στη νύχτα στα κονάκια τους, κρατώντας για την περίσταση και κάποια λαδοφάναρα για να βλέπουν, αν δεν είχε φεγγάρι.Εμεναν ωστόσο κι αρκετοί από δαύτους για διανυκτἐρευση στα κελιά, που δεν έλειπαν τότε απ᾿τα θρησκευτικά χτίσματα της ερημιάς ἡ και στο ὑπαιθρο ακόµα, αν ο καιρός πἠγαινε µε τη χάρη του Αγίου, καλός. Τούτοι μάλιστα οἱ τελευταίοι μουσαφιρεύονταν παλιότερα από τους καλόγερους του μοναστηριού ἡ τους επίτροπους του ξωκλησιοὺ που πανηγὺριζε, μα το καθιερώμένο σ’ αυτὲς τις περιπτὠσεις «μενού», που συνήθως ἦταν το κρέας µε πιλάφι ἡ το ξερὸ Χταπόδι µε το πιλάφι, αν η γιορτή ἐπεφτε µέσα στη Σαρακοστή, Το τρανὸ ωστόσο «ραβαϊσι», που, κατά κανόνα, κατέληγε σε χορευτικό ξεφάντωμα, γινόταν την επαύριο, ανήμερα κι αχολείτουργα της θρησκευτικἠς γιορτὴς. Παρέες παρέες τότε, οι παγγυριώτες, που πληµμύρισαν απὀ νωρὶς το χώρο ολόγυρα στο ιερό χτίσµα, έψηναν µε χαρούμενο φωνοκόπι το σφαχτάρι τους στη σούβλα ἡ ἁπλωναν στο γρασίδι τα φαγητά που κουβάλησαν οἱ ἴδιοι απ’ τα σπίἰτια τους (αν δεν τους το «τρατάριζαν» οι καλόγεροι ἡ οι επίτροποι) και στα στερνἁ στρὠνονταν κι οι ίδιοι κατάχαµα και το έριχναν στο φαγοπότι. Κι όταν τα ντόπια κρασιά ανέβασαν τον πυρετό του κεφιοὺ τους, έπιαναν το τραγούδι και κατά κοντά το χορό και τότε ήταν που καίγονταν το πελεκοὺδι εκεί στις γραμμένες ερημιές. Αργά το βράδυ ἑπαιρνε να ξεθυμαίνει ο γλεντζἐδικος οἴστρος κι οι ξετελεμένοι απ᾿ το χοροπηδητὸ παγγυριώτες μάζευαν τα συμπράγκαλά τους κι ἑπαιρναν βραχνοτραγουδώντας το δρόμο του γυρισμοὺ στο χωριό ἡ μάλλον στα χωριά, αφοὺ δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σε τούτα τα παγγύρια είχαν πλούσια συμμετοχή οι γυροχωριανοί. Τότε μάλιστα βρίσκονταν και κάποιοι παλικαρᾶδες καβαλάρηδες, που, κρατώντας τη σούβλα του ψητού µε το κεφάλι του σφαχτού απάνω, ἑκαναν «απέλαση το ποιος θα φτάσει πρώτος στην πλατεία του χωριού, ὁπου και συνεχιζόταν συνἠθως απ᾿ τους «αποκαἠδες» το γλέντι, ὡς τις «μικρὲς» ώρες της εποµένης. Κι αυτά για τα «παγγύρια» των ξωκλησιών και των μοναστηριών του Πηλίου. Χώρια όμως απ᾿ αυτά τα πηλιορεἰτικα χωριά εἶχαν και πιο επίσημα χορευτικά ξεφαντώμµατα, που γίνονταν αποκλειστικἁ και µόνο στις κεντρικές πλατείες κι είχαν αφετηρίες τις γιορτὲς των μεγάλων αγίων και κυρίως του προστάτη του κάθε χωριού. Στο χωριό που πανηγύριζε κατάφθαναν ανήμερα της γιορτής, καβάλα συνήθως σε ζώα, και παγγυριώτες απὀ τα τριγύρω χωριά ἡ κι από τις άλλες και συχνἀ απόµακρες συνοικίες του ίδιου χώριοὺ που πανηγὑριζε. Όλοι τούτοι, φίλοι και συγγενεὶς των ντόπιων, εκκλησιάζονταν μ᾿ επισημότητα κι ὑστερα μουσαφιρεύονταν στα σπἰτια των τελευταίων, όπου τα μεσημἑρια, ντόπιοι και ξένοι ανταμωμένοι, συμποσιάζονταν µέσα σ᾿ ἑνα κλίμα συνδιαλλαχτικής επαφἡς.         
Είναι άνθρωποι ανοιχτόκαρδοι και γλεντζέδες οἱ παλιοί πηλιορεἶτες ἑπαιρναν ανάκαρα απὀ την ατμόσφαιρα και το κέφι των πανηγυριών τους και μπόλιαζαν μ᾽ αυτή την ἆδολη καρδιά τους, να έχουν κουράγιο ν΄ αντέχουν τις άλλες ρουτινιάρικες ὦρες του χρόνου. Σ᾽ αυτὴ την κεφάτη διαφυγἠ τους απ᾿ την ἁνοστη καθηµερινότητα, σ᾽ αυτἡἠ τη λαχταρισµμένη απὀδρασή τους απ᾿ το χὼρο που στοιχειοθετούσαν τα καθημερινά βάσανα, τα σεκλέτια κι οι καημοί µιας ισοπεδώµένης ζωής, οι παλιοί ξωμάχοι του βουνού µας κυνηγούσαν την ευκαιρία να νιώσουν και να βιωθούν έντονα ότι δεν ἦταν απλά μονάχα ὀργανα του βιοποριστικοὺ τους µόχτου αλλά εἶχαν και µια άλλη, πιο καταξιώµένη οντότητα, δικαιοῦνταν και µια καλύτερη θέση κάτω απ᾿ τον ἠλιο.
Μέσα στους καπνοὺς του κεφιού, µέσα στον οίστρο του χορού, την ώρα που κολλούσαν αλύπητα τον παρά τους στα «γρέφαλα» των οργανοπαιχτὠν, την ὥρα που ἔδιναν ακόµα αιματηροὺς συχνά καυγάδες τους για τον καλόµοιρο τον «κάβο» του συρτοὺ ἡ και για χίλιες ἆλλες φανερές ἡ ανοµολόγητες αιτίες, οι παλιοί πηλιορείτες παγγυριώτες, που δεν ἐπαυαν κι αυτές τις ὦρες του γλεντιού τους να εἶναι υπερήφανοι, στασιώδεις και φιλοτάραχοι, καθώς και πάλι προσονοµάζουν κάποιους απ᾿ αυτοὺς οι Δημητριείς, αναζητούσαν κι έβρισκαν το ψυχικό εκεϊνο αναπλήρωμα που θα γέμιζε µ ἑνα βαθύτερο νόημα τη ρουτινιάρικη ξωμάχικη ζωή τους και θα εδινε ἑνα ἀλλο θερμό χρώμα και µια νέα διάσταση στην ταπεινή ὑπαρξή τους και στο πἑρασμά της απ᾿το μάταιο  τούτο κόσμο.

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παναγία Λαμπηδόνα

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ - ΛΑΥΚΟΣ

Προφήτης Ηλίας Αργαλάστης