ΛΕΦΟΚΑΣΤΡΟ

 ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΑΙ ΣΩΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΣΤΟ ΛΕΦΟΚΑΣΤΡΟ ΠΗΛΙΟΥ

Ο παραθαλάσσιος οικισμός του Λεφοκάστρου βρίσκεται στο νότιο Πήλιο, 6 χιλιόμετρα δυτικά της Αργαλαστής, κτισμένος γύρω από μικρή χερσόνησο στον Παγασητικό κόλπο. Το Λεφόκαστρο δεν αναφέρεται στις πηγές και οι λιγοστές πληροφορίες που διαθέτουμε βασίζονται εν πολλοίς στις μαρτυρίες παλαιότερων ερευνητών. Αρχαιολόγοι και ιστορικοί του 19ου και των αρχών του 20ου αι. που περιδιάβηκαν την περιοχή κάνουν λόγο για σημαντικό παραθαλάσσιο οικισμό της βυζαντινής εποχής.

Ο Alfred Mezieres το περιγράφει στα μέσα του 19ου αιώνα ως «έναν ακανόνιστο περίβολο πάνω σε ένα μικρό ακρωτήριο … του οποίου τα τείχη είναι παντού γκρεμισμένα … και στις γωνίες του διακρίνονται μερικά απομεινάρια από κυκλικούς πύργους (sic)». Ο Απ. Αρβανιτόπουλος στις αρχές του 20ου αι. δεν διακρίνει τείχη, αναφέρει όμως μια «μεγάλη βυζαντιακή εκκλησία της Παναγίας παρά τινά εγγύς καταπεσούσαν αρχαίαν γέφυραν», καθώς και «άλλες μικρότερες εκκλησίες εν ερειπίοις». Παρόμοια εντύπωση αποκόμισε την ίδια εποχή και ο Alan Wace3, ο οποίος δεν εντόπισε κανένα ίχνος τείχους, αλλά μας πληροφορεί για σημαντικά ερείπια βυζαντινών ναών.

Αν και από τα τείχη του βυζαντινού οικισμού, τουλάχιστον αυτά που είδε ο Mezieres, δεν διατηρούνται σήμερα ίχνη, πολλά είναι τα στοιχεία που αντλούμε για την ακμή του από τα σωζόμενα ερείπια των εκκλησιών. Στα βόρεια του σύγχρονου οικισμού και δίπλα στο δρόμο που οδηγεί στην Άφυσσο βρίσκονται τα ερείπια βυζαντινού ναού που κατά παράδοση τιμάται στους Αποστόλους.

Διακρίνονται η νότια και η ανατολική πλευρά μονόχωρου ναού με μεγάλη ημικυκλική αψίδα, στου οποίου τη νότια πλευρά προσαρτήθηκε δεύτερος μονόχωρος ναός, μικρότερου πλάτους από τον πρώτο και με μικρή κόγχη στα ανατολικά. Το συγκρότημα των δύο ναών με βάση τη μορφολογία των αψίδων, την τοιχοποιία5, αλλά και τα ελάχιστα δείγματα κεραμικής που περισυλλέχθηκαν κατά την αποψίλωση, μπορεί να χρονολογηθεί στη μέση βυζαντινή περίοδο. Ωστόσο η επίχωση είναι μεγάλη και απαιτείται ανασκαφή.

Σχεδόν απέναντι βρίσκεται ο μεταβυζαντινός ναός του Αγίου Παντελεήμονα. Πρόκειται για μικρή μονόχωρη θολοσκεπή εκκλησία, της οποίας ο κυρίως ναός καλύπτεται από τυφλό ημισφαιρικό θόλο και το ιερό απολήγει στα ανατολικά σε τρίπλευρη αψίδα. Ο σημερινός ναός χρονολογείται στο 17ο-18ο αι., θεωρείται όμως από τους ντόπιους ότι αντικατέστησε παλαιότερο. η άποψη αυτή ενισχύεται λόγω της εγγύτητας με άλλες αρχαιότητες.

Βορειότερα βρίσκονται τα ερείπια ενός άλλου ναϋδρίου που σύμφωνα με τους κατοίκους ήταν αφιερωμένο στην Αγία Παρασκευή.

Πρόκειται για μικρό μονόχωρο ναό με μια ημικυκλική αψίδα. Η τοιχοποιία του ομοιάζει με αυτή των Αποστόλων, θα ήταν παρακινδυνευμένο όμως να προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε χρονολόγηση του ναού.

Ένας ακόμη ναός χτισμένος σε βυζαντινά ερείπια είναι η Παναγία, στο κέντρο του σημερινού οικισμού.

Από αυτό που ο Αρβανιτόπουλος περιέγραψε ως μεγάλη βυζαντιακή εκκλησία, σήμερα διατηρούνται μόνο ίχνη στο κατώτερο μέρος της ανατολικής πλευράς του σύγχρονου ναού. Διακρίνονται η τρίπλευρη, με μεταγενέστερες επεμβάσεις, κόγχη του ιερού και τμήματα του ανατολικού τοίχου και των πεσσοτοίχων μεταξύ ιερού και παραβημάτων. Τμήματα του βυζαντινού ναού πιθανότατα διατηρούνται στις επιχώσεις του προαυλίου. Επιπροσθέτως, μάρτυρες της ύπαρξης και παλαιοχριστιανικού ναού αποτελούν τα σπόλια στην τοιχοποιία και αρχιτεκτονικά μέλη στο προαύλιο της σημερινής εκκλησίας.

Αρχαιότητες έχουν εντοπιστεί και στην ευρύτερη περιοχή του Λεφοκάστρου. Στα βόρεια του χωριού και αριστερά του δρόμου προς την Άφυσσο, στενή και μικρή χερσόνησος καλείται Αγιά-Θυμνιά (Αγία Ευφημία). Οι Αρβανιτόπουλος και Wace αναφέρουν ερείπια ομώνυμου ναού, ενώ άλλοι ερευνητές ταύτισαν εσφαλμένα τη θέση με την πόλη Σπάλαθρα. Σε επιτόπια έρευνα, η οποία απέβη ιδιαίτερα αποδοτική παρά την πυκνότατη βλάστηση, εντοπίσαμε αρχαία ίχνη, όπως λιθοσωρούς, μεγάλες λιθοπλίνθους, διάσπαρτη κεραμική, αλλά και ερείπια κτιρίου, αδιάγνωστης μορφής, τα οποία διατηρούνται σε ικανό ύψος. Το κτίριο αυτό, από όσο μπορέσαμε να διαπιστώσουμε, αποτελεί ισχυρή κατασκευή και, όπως και άλλα βυζαντινά μνημεία στο Λεφόκαστρο είναι κτισμένο με γκρίζες πέτρες, ελάχιστα άτακτα τοποθετημένα κομμάτια πλίνθων και ισχυρό ασβεστοκονίαμα. Πιθανότατα πρόκειται για το ναό που αναφέρουν οι Wace και Αρβανιτόπουλος. Η προσέγγισή του, ωστόσο, χωρίς στοιχειώδη αποψίλωση είναι αδύνατη. Στα νότια του Λεφοκάστρου, σε ανάλογη τοποθεσία, πάνω σε μικρή βραχώδη γλωσσίδα γης που εισχωρεί στη θάλασσα, ήταν κτισμένος ο ναός του Αγίου Σώστη και απέναντί του, στη θέση Καλογριά, ανασκάφηκαν στο παρελθόν θολοσκεπείς τάφοι που ανήκαν σε παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο. Ο Αγ. Σώστης, με εξωτερικές διαστάσεις 4,5 -3,4 μ., είναι ένας μονόχωρος ναός με μία ημικυκλική κόγχη στα ανατολικά, ο οποίος δέχτηκε μεταγενέστερες προσθήκες στα δυτικά, συμβατικά νάρθηκα και εξωνάρθηκα. Η βόρεια και εν μέρει η ανατολική πλευρά του ναού διατηρούνται σε σχετικά μεγάλο ύψος και είναι κτισμένες από αργολιθοδομή με λιγοστές παρεμβαλλόμενες πλίνθους και συνδετικό υλικό υπόλευκο ασβεστοκονίαμα. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δύο δυτικοί χώροι, οι οποίοι κατασκευαστικά προσκολλώνται στο ναό, δεν δένουν οργανικά μαζί του, αλλά ούτε και μεταξύ τους, διαφέρουν δε σημαντικά στον τρόπο δόμησης και, σε αντίθεση με την ταπεινή κλίμακα του ναού, ήταν διώροφοι. Η υιοθέτηση της λύσης του διώροφου νάρθηκα αντί της ευρείας λιτής σε καθολικά μονών κατά το 16ο αι. είναι ένα τυπολογικό χαρακτηριστικό που συναντάται στη Θεσσαλία και σχετίστηκε με την ανάγκη δημιουργίας ασφαλών και δυσπρόσιτων χώρων που επέβαλε η ανασφάλεια της εποχής . Αυτό βέβαια συμβαίνει σε καθολικά μεγάλων μονών και όχι σε ταπεινά ναΰδρια παρά τη θάλασσα, όπως η περίπτωση που εξετάζουμε. Επιπροσθέτως, η θέση του Αγ. Σώστη, λαμβάνοντας υπόψη και την πληθώρα μεμονωμένων πύργων-παρατηρητηρίων κατά μήκος των ακτογραμμών της Μαγνησίας, μας οδηγεί στη σκέψη ότι κάποια στιγμή οι δυτικές προσθήκες χρησίμευαν ως ένα μικρό παρατηρητήριο στον Παγασητικό κόλπο. Ίσως πρόκειται και για εγκαταστάσεις που σχετίζονται με θέση ελλιμενισμού, ένα μικρό καραβοστάσιο. Όσον αφορά στη χρονολόγηση του ερειπίου, με μια πρώτη εκτίμηση ο αρχικός πυρήνας θα μπορούσε με σχετική επιφύλαξη να χρονολογηθεί στους μέσους βυζαντινούς χρόνους, ενώ οι προσθήκες είναι οψιμότερες.

Η ύπαρξη αρχαίου οικισμού στο Λεφόκαστρο επιβεβαιώνεται και από τα ευρήματα δύο σωστικών ανασκαφών που διενεργήθηκαν σε ισάριθμα ιδιωτικά οικόπεδα το καλοκαίρι του 2010 από την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Σε μικρό οικόπεδο στις βορειοανατολικές παρυφές του σύγχρονου οικισμού ανασκάφηκε τμήμα λουτρικού κτίσματος των πρώιμων παλαιοχριστιανικών χρόνων. Από το λουτρό αποκαλύφθηκαν εν μέρει δύο αίθουσες, των οποίων τα δάπεδα και όλες οι επιφάνειες ήταν επιχρισμένα με υδραυλικό κονίαμα. Το μεγαλύτερο μέρος του κτιρίου στα όρια της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας έμεινε άσκαφτο, διότι βρισκόταν εκτός του διαγράμματος κάλυψης της οικοδομής. Προς δυτικά εκτείνεται κάτω από το έδαφος, στα όρια του ίδιου οικοπέδου και προς νότο στην όμορη ιδιοκτησία. Μικρή ορθογώνια αίθουσα διέθετε δύο αντικριστές εισόδους. ανατολικά βρισκόταν σε επαφή με χώρο ποου δεν ανασκάφηκε και δυτικά επικοινωνούσε μέσω θύρας και αναβαθμού με δεύτερο επιμήκη χώρο. Το δάπεδο του δεύτερου αυτού χώρου βρισκόταν κατά 0,50 μ. περίπου σε χαμηλότερο επίπεδο και με κλίση προς νότια-νοτιοδυτικά. Στη βορειοδυτική γωνία του ήταν προσκολλημένη κλίμακα καθόδου με τουλάχιστον δύο σκαλοπάτια, ενώ κατά μήκος της βόρειας και της ανατολικής πλευράς υπήρχαν κτιστά έδρανα.  πληρωνόταν με νερό μέσω τροφοδοτικού σωλήνα, ο οποίος περνούσε κάτω από το δάπεδο του ανατολικού χώρου και διαμέσου του μεσοτοίχου του εξέβαλλε εκεί. Η επιμήκης αυτή αίθουσα μπορεί να ταυτιστεί με δεξαμενή αναψυχής, piscina, όπου οι λουόμενοι μπορούσαν να κάθονται στα έδρανα και να δέχονται νερό. Η δεξαμενή ήταν μάλλον στεγασμένη και φωτιζόταν στη μακριά πλευρά από παράθυρα, όπως συμπεραίνουμε από τα πολλά θραύσματα υαλοπινάκων που περισυλλέγησαν κατά μήκος της εξωτερικής παρειάς του βόρειου τοίχου. Η χρήση της μικρής αίθουσας δεν είναι σαφής. Η επένδυση των όψεων και του δαπέδου με υδραυλικό κονίαμα και η επικοινωνία της με τη δεξαμενή συνδέουν τη λειτουργία της με λουτρικές εγκαταστάσεις. Τα στοιχεία της ανασκαφής είναι πολύ περιορισμένα, θεωρούμε όμως ότι, κυρίως λόγω της κλίμακας, πρόκειται για ένα ιδιωτικό λουτρό προσαρτημένο σε οικία. Νόμισμα Αρκαδίου (395-408), που βρέθηκε πάνω στο βράχο στα βόρεια του κτιρίου και σε επαφή σχεδόν με την εξωτερική παρειά του, χρονολογεί την ανέγερσή του στα τέλη του 4ου-αρχές του 5ου αι. Στις επιχώσεις του λουτρού υπήρξε αρκετά αργότερα βυζαντινή εγκατάσταση, όπως συμπεραίνουμε από μικρό τμήμα λασπόκτιστου τοίχου θεμελιωμένου σε υψηλότερο επίπεδο και από την κεραμική του σχετικού στρώματος. Η δεύτερη σωστική ανασκαφή πραγματοποιήθηκε σε παραθαλάσσιο οικόπεδο αμέσως βόρεια της μικρής χερσονήσου του Λεφοκάστρου και αποκάλυψε κτιριακό συγκρότημα που αποτελούνταν από έντεκα τουλάχιστον χώρους. Το συγκρότημα δημιουργήθηκε σταδιακά με επάλληλες οικοδομικές φάσεις και εγκαταλείφθηκε στο τέλος του 12ου - πρώτο μισό 13ου αι. Τα κτίσματα κάλυπταν μία έκταση περίπου 350 τ.μ. Αποκαλύφθηκαν σε μικρό βάθος, μόλις 0,30-0,50 μ. από την επιφάνεια του εδάφους και ήταν θεμελιωμένα στο φυσικό μαλακό βράχο. Διατηρούνταν γενικά σε πολύ χαμηλό ύψος, με αποτέλεσμα να μη διακρίνονται με σαφήνεια φάσεις στον τρόπο δομής. Οι τοίχοι ήταν όλοι λασπόκτιστοι, κτισμένοι με αργολιθοδομή, ενώ σε σημεία που διατηρούνταν λίγο ψηλότερα, διακρίνονται στην τοιχοποιία και παρεμβαλλόμενα κομμάτια πλίνθων. Η καταστροφή του κτιρίου, σύμφωνα με τα δεδομένα της ανασκαφής, δεν οφείλεται σε βίαιο γεγονός, αλλά σε εγκατάλειψη και σταδιακή παρακμή. Αρχικά κτίστηκαν τρεις μεμονωμένοι χώροι και κατόπιν με συνεχείς επισκευές, ενισχύσεις, προσθήκες και επεκτάσεις, οι αρχικοί πυρήνες μέσω άλλων τοίχων συνενώθηκαν, ώστε προέκυψαν νέα δωμάτια. Στην πρώτη φάση, μάλλον στην παλαιοχριστιανική περίοδο σύμφωνα με την κεραμική, χρονολογούνται τρεις αίθουσες (οι χώροι με τις συμβατικές ονομασίες 3, 6 και 4) όλες με πρόσβαση από το βορρά21. Η κεντρική αίθουσα 3, όπως φανερώνει η βάση κτιστής κλίμακας στη μακριά πλευρά της, διέθετε όροφο.

Το κενό μεταξύ των αιθουσών 3 και 6 αργότερα κτίστηκε, ώστε μεταξύ τους προέκυψε μικρό παράγωνο δωμάτιο (x5). Προς Β-ΒΔ, μεταξύ των χώρων 3 και 4 προστέθηκε νέα αίθουσα, η οποία με τη σειρά της διαιρέθηκε κατόπιν μέσω διαχωριστικού τοίχου σε δύο ισομεγέθεις χώρους (συμβατικά χώρους 1 & 2). Κατά μήκος της εξωτερικής πλευράς του χώρου 3 προστέθηκαν κάποια στιγμή κτιστά έδρανα για την εξυπηρέτηση καθημερινών αναγκών, ίσως όμως και για την ενίσχυση της τοιχοποιίας. Οι προσθήκες και οι επεκτάσεις συνεχίστηκαν προς τη θάλασσα. Το κτίριο είχε πολλαπλές χρήσεις. Κάποιοι χώροι εξυπηρετούσαν αποθηκευτικές ανάγκες, άλλοι προορίζονταν για διαβίωση, ενώ κοντά στην ακτή ημιυπαίθριος χώρος με κεραμικό κλίβανο είχε πιθανότατα βιοτεχνική χρήση. Στη ΒΔ γωνία του χώρου 3 βάθυνση στο μαλακό βράχο αποτελούσε μάλλον υποδοχή για πίθο, ενώ πληθώρα θραυσμάτων μεταφορικών αγγείων κατά μήκος της βόρειας και ανατολικής εξωτερικής πλευράς του χώρου 6 συνδέει τη χρήση του ίσως με επεξεργασία γεωργικής παραγωγής ή και μεταπράτηση. Τα κινητά ευρήματα είναι ενδεικτικά αυτών των δραστηριοτήτων. Μέσα στις αίθουσες βρέθηκαν μεγάλα και μικρά πιθάρια για αποθήκευση, μαγειρικά σκεύη, πολλά αγγεία μεταφοράς, αλλά και επιτραπέζια, όπως κούπες, πινάκια και μία αλατιέρα. Σφονδύλια, πηνία, και μια χάλκινη δακτυλήθρα μαρτυρούν την ενασχόληση των κατοίκων με την οικοτεχνία.

Ελλείπουν παντελώς ίχνη συστήματος ύδρευσης-αποχέτευσης (αγωγοί, υπόνομοι, βόθροι, δεξαμενές, πηγάδια), διότι πιθανότατα λόγω της εγγύτητας με τη θάλασσα δεν ήταν απαραίτητα. Επίσης δεν εντοπίστηκαν δρόμοι ή αυλές και έτσι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν πρόκειται για ένα μεμονωμένο κτίριο, μία ιδιωτική οικία ή τμήμα του οικιστικού ιστού του βυζαντινού οικισμού του Λεφοκάστρου. Σε καμιά περίπτωση δεν μας δίνεται η δυνατότητα να εξετάσουμε το χωροταξικό σχεδιασμό, μελετώντας όμως την ανασκαφή, εντοπίζονται διάφορα στοιχεία, τα οποία αποτελούν χαρακτηριστικά της μεσοβυζαντινής πόλης. Η κατάληψη του ελεύθερου – άκτιστου ή κοινόχρηστου – χώρου, η απουσία αυστηρού πολεοδομικού σχεδιασμού, η επανάχρηση παλαιών κελυφών, η συνένωση των χώρων μέσω τοίχων με σκοπό τη δημιουργία νέων, καθώς και η διαίρεση των ενιαίων μεγάλων αιθουσών σε μικρότερες είναι ενδεικτικά στοιχεία της αλλαγής στην οργάνωση του χώρου και της πολεοδομικής δομής που συμβαίνει στους λεγόμενους σκοτεινούς αιώνες και επικρατεί στους μέσους βυζαντινούς χρόνους. Πράγματι τα μόνα διαθέσιμα στοιχεία ασφαλούς χρονολόγησης οδηγούν στη μέση βυζαντινή εποχή.

Πρόκειται για δύο νομίσματα που βρέθηκαν σε σχετικά κλειστά στρώματα και σε συνδυασμό με την κεραμική χρονολογούν την κύρια φάση της επέκτασης του συγκροτήματος στην μέση βυζαντινή περίοδο και μάλιστα στο 12ο αι. Το πρώτο νόμισμα, αρκετά διαβρωμένο, μάλλον χάλκινη υποδιαίρεση του Νικηφόρου Φωκά (963-969), βρέθηκε στις επιχώσεις του κλιβάνου. Πεσμένο στον πυθμένα του κλιβάνου βρέθηκε επίσης ακέραιο εφυαλωμένο πινάκιο με αδρεγχάρακτη διακόσμηση που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 12ου αι. και αποτελεί σημαντική χρονολογική ένδειξη για τη χρήση του. Το δεύτερο νόμισμα είναι ένα άσπρο τραχύ του Μανουήλ Κομνηνού (1143-1180) και βρέθηκε στο επίπεδο χρήσης του χώρου 2. Η εφυαλωμένη κεραμική που προήλθε από την ανασκαφή παραπέμπει κι αυτή στην ίδια περίοδο. Περισυλλέχθηκε ένα σημαντικό δείγμα επιτραπέζιων αγγείων από άσπρο πηλό με άχρωμη-υποκίτρινη εφυάλωση, γραπτή κεραμική με πράσινο και καστανό χρώμα, με πιτσιλωτή διακόσμηση, με ανοιχτόχρωμο επίχρισμα σε σκούρο βάθος και κεραμική με εγχάρακτη διακόσμηση - λεπτεγχάρακτη, αδρεγχάρακτη και επιπεδόγλυφη. τα περισσότερα αγγεία χρονολογούνται στα μέσα 12ου-αρχές ή πρώτο μισό του 13ου αι.23, και πρέπει να σημειωθεί ότι, τουλάχιστον από τη μέχρι τώρα καταγραφή της εφυαλωμένης κεραμικής, ελλείπουν τα υστεροβυζαντινά (μετά τα μέσα του 13ου) και τα μεταβυζαντινά όστρακα.Η εικόνα που προκύπτει από κάποιες βασικές παρατηρήσεις στα σωζόμενα μνημεία και από τις σωστικές ανασκαφές είναι οπωσδήποτε ανεπαρκής για μια ολοκληρωμένη ερμηνεία, παρέχει ωστόσο τις απαραίτητες ενδείξεις ότι ο οικισμός του Λεφοκάστρου, ενεργός ήδη από τα πρώιμα παλαιοχριστιανικά χρόνια,αναπτύχθηκε και ήκμασε στους μέσους βυζαντινούς χρόνους.


Λεφόκαστρο, η ανατολική πλευρά του ναού των Αγ. Αποστόλων

 


Λεφόκαστρο, ο ναός του Αγ. Παντελεήμονος.

 


Λεφόκαστρο, τα ερείπια του ναού της Αγ. Παρασκευής



Λεφόκαστρο, η ανατολική πλευρά του ναού της Παναγίας. 



Αγία Ευφημία, ερείπια κτιρίου.

Αγ. Σώστης, ερείπια ναού. Από ΒΑ.


Αγ. Σώστης, ερείπια ναού, κάτοψη.


Λεφόκαστρο, οικόπεδο Παρασκευοπούλου. Κάτοψη λουτρικού κτίσματος.


 Λεφόκαστρο, οικόπεδο Γκροπ. Άποψη της ανασκαφής.





Λεφόκαστρο, οικόπεδο Γκροπ. Κάτοψη της ανασκαφής.

Λεφόκαστρο, οικόπεδο Γκροπ. Εφυαλωμένο πινάκιο από τον κλίβανο.


Λεφόκαστρο, οικόπεπο Γκροπ. Εφυαλωμένη κεραμική.


Χρήστος Κωστάκης

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παναγία Λαμπηδόνα

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ - ΛΑΥΚΟΣ

Προφήτης Ηλίας Αργαλάστης