ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ ΑΒΘΡΩΠΙΝΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ (ΠΑΛΑΙΟ ΤΡΙΚΕΡΙ - ΧΟΝΔΡΗ ΑΜΜΟΣ - ΚΟΤΤΕΣ)
Από επιστήμονες έχει υποστηριχθεί (Δ.Ρ. Θεοχάρης - Θεοχάρης 1967. Δ.Ρ. Θεοχάρης, ΑΔ 21, 1968, Χρονικά, Β2, 255) ότι εντοπίστηκαν ενδείξεις ανθρώπινης παρουσίας στο Πήλιο ήδη από την Παλαιολιθική περίοδο. Ωστόσο, μέχρι και σήμερα αυτές οι πληροφορίες δε στάθηκε δυνατό να επαληθευτούν. Έτσι, όσον αφορά το Νότιο Πήλιο η αρχαιότερη κατοίκηση φαίνεται να συμβαίνει κατά την Εποχή του Χαλκού στο νησί Τρίκερι στη χερσόνησο της Αγίας Σοφίας, ενώ λίθινα λειασμένα και απολεπισμένα εργαλεία, της ίδιας ή και προγενέστερης πιθανόν χρονικής περιόδου, έχουν παραδοθεί και από την ευρύτερη περιοχή της Χονδρής Άμμου, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχουν εντοπισθεί με ακρίβεια οι θέσεις εύρεσής τους.
Πάνω στο νησί των Τρικέρων, την αρχαία Κικύνηθο (Αρχαία Ομηρική Ονομασία) σύμφωνα με τους Σκύλακα (Περίπλους 64) και Στράβωνα (ΙΧ. 436), έχει εντοπισθεί και ο οικισμός των ιστορικών χρόνων, χωρίς όμως να έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα ιδιαίτερη έρευνα. (Πρόκειται για κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο με την ΥΑ 9448/19-4-1963 - ΦΕΚ 172/Β/24-4-1963 (αρ. 14)).
Το τελευταίο χρονικό
διάστημα μέσα από μια συστηματική προσπάθεια προσέγγισης των κατοίκων της
περιοχής και συνεργασίας μαζί τους στο επίπεδο της γνωριμίας μας με τον τόπο
τους μέσα από τις εμπειρίες τους και τη γνώση τους, έχει καταστεί δυνατός ο
εντοπισμός και η παράδοση στην ΙΓ’ ΕΠΚΑ αρκετών αρχαίων αντικειμένων, ενώ
παράλληλα υποδεικνύονται και άγνωστες μέχρι σήμερα περιοχές με ενδεχόμενο
αρχαιολογικό ενδιαφέρον, οι οποίες μένει να ερευνηθούν πιο μεθοδικά. Στο κέντρο
σχεδόν του νησιού, δεσπόζει πλέον το μοναστήρι της Παναγίας Ευαγγελίστριας.
Στην είσοδο του Παγασητικού κόλπου, στη θέση «Μύλος» στα ΒΔ της Αγ. Κυριακής,
έχει εντοπισθεί ένα ρωμαϊκό χωμάτινο οχυρό, προφανώς για τον έλεγχο του διάπλου
των πλοίων στο στρατηγικό αυτό σημείο. (Πρόκειται
για κηρυγμένο μνημείο με την ΥΑ ΥΠ.ΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ15/33831/1401/26-9-1986 - ΦΕΚ
787/Β/11-11-1986)
Ελάχιστα στοιχεία είναι
ωστόσο γνωστά για την μορφή αλλά και τις συνθήκες λειτουργίας του. Στα
ανατολικά της χερσονήσου προς τον Παγασητικό, η πρώτη αρχαιολογική θέση που
συναντάει κανείς είναι στην περιοχή του χωριού Κόττες. Εδώ τα επιφανειακά
ευρήματα και οι διάσπαρτοι τάφοι υποδεικνύουν κατοίκηση τουλάχιστον κατά τους
ρωμαϊκούς χρόνους αν όχι και παλαιότερα.
Η περιοχή νότια του χωριού
Κόττες αποτελεί ένα μεγάλο και βαθύ φυσικό λιμάνι, το οποίο δεν αποκλείεται να
αποτελεί το λιμάνι «Ίσαι» που αναφέρει ο Σκύλακας (Περίπλους 65). Με αφορμή, ωστόσο, το οχυρό στη θέση «Μύλος», τον
ενδεχόμενο οικισμό – λιμάνι στις Κόττες, αλλά και διάσπαρτες ενδείξεις στην
περιοχή, διαφαίνεται ένα αυξημένο και αξιοσημείωτο ενδιαφέρον για την είσοδο
του Παγασητικού Κόλπου κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, που ενδεχομένως θα πρέπει να
συνδυαστεί και να συνεξετασθεί με τις εμπορικές δραστηριότητες της περιόδου.
Στην θέση «Διακόπι», στο στενότερο σημείο στεριάς μεταξύ του Αιγαίου και του
Παγασητικού, υπάρχει τείχος με ορθογώνιους πύργους ανά διαστήματα 120-150
μέτρων, το οποίο κλείνει το πέρασμα προς τη χερσόνησο του Τρικερίου. Σύμφωνα με
την τοπική παράδοση το τείχος αυτό κτίστηκε σε ελάχιστες μέρες από τους
Τρικεριώτες προκειμένου να αμυνθούν απέναντι στις στρατιές των Τούρκων τον 19ο αι.
(Λιάπης 2010, 283 κ.ε. Α. Γιαλούρη, ΑΔ
56-59, 2001-2004, Χρονικά, Β2, 646.)
Ωστόσο, ο τρόπος δόμησης
παραπέμπει πιθανόν σε αρχαία κατασκευή και κατά συνέπεια δεν αποκλείεται να
αποτελεί αρχαίο κατάλοιπο οχύρωσης του ισθμού, το οποίο ενδεχομένως να
επισκεύασαν και να χρησιμοποίησαν και οι επαναστατημένοι Τρικεριώτες αργότερα.
Δυστυχώς, η παντελής απουσία επιφανειακών ευρημάτων και η έλλειψη αρχαιολογικών
ανασκαφών δεν επιτρέπει λεπτομερέστερη προσέγγιση. Λίγο βορειοανατολικότερα
υπάρχει μεγάλη σε έκταση πόλη, που εκτείνεται από την Χονδρή Άμμο στην ακτή του Αιγαίου έως και την ακτή του
Παγασητικού στη θέση του Αγ. Ανδρέα. Η πόλη αυτή καταλαμβάνει τμήμα της πεδινής
περιοχής αλλά και του λόφου στα νότια, όπου θα πρέπει να ήταν η τειχισμένη
ακρόπολη. Έχουν εντοπισθεί μια σειρά από ορατές αρχαιότητες διάσπαρτες στην
περιοχή, καθώς και αρκετοί τάφοι (B.
Αδρύμη-Σισμάνη, AΔ 43, 1988, Χρονικά, 250), αλλά δεν έχει πραγματοποιηθεί
ποτέ καμία ανασκαφική έρευνα. Από την περιοχή έχει παραδοθεί και ακέφαλο
γυναικείο άγαλμα των ύστερων ελληνιστικών χρόνων (B. Αδρύμη-Σισμάνη, AΔ 42, 1987, Χρονικά, 270, ΒΕ6529).
Σύμφωνα με όλους σχεδόν τους
μελετητές, εδώ θα πρέπει να τοποθετηθεί η «αμφιλίμενος» Ολιζών της αρχαιότητος (Mezieres 1854, 164. Αρβανιτόπουλος 1910,
217. Stählin 1924, 121-122. IG IX2, 1217 – 122). Στην ίδια περιοχή σώζονται
και ερείπια μεταγενέστερης οχυρωμένης θέσης (Λιάπης
2010, 235 κ.ε)
Πέρα όμως από την όποια ταύτιση, πρόκειται προφανώς για μια σημαντική αρχαία
πόλη, όπως μαρτυρά η μεγάλη έκτασή της και η ταυτόχρονη και εύκολη σχετικά
πρόσβασή σε δύο λιμάνια, ένα στον Παγασητικό και ένα στο Αιγαίο. Μελλοντικό,
και ας ελπίσουμε όχι μακρινό, στόχο αποτελεί η διεξαγωγή μιας Εντατικής
Επιφανειακής Έρευνας σε ολόκληρη την περιοχή αυτή, προκειμένου να εντοπισθούν και
να καταγραφούν όλες οι αρχαιότητες διαχρονικά και να αντληθούν όσο το δυνατόν
περισσότερες πληροφορίες από έναν, καθώς φαίνεται σημαντικό, αλλά δυστυχώς
απομακρυσμένο και άγνωστο εν πολλοίς αρχαιολογικό χώρο.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου